Τσαντιλιάδας Α

Την τσαντίλα του Αχιλλέα, αφέντες  μου, όπως θέλετε εσείς, θ’ αφηγηθώ.

Την καριόλα! Αυτή έκανε τους Αχαιούς ένα μάτσο χάλια,

αυτή ξαπόστειλε στον Κάτω Κόσμο παλληκάρια πολλά

που δε μασάγανε και τα κορμιά τους τα φάγαν τα σκυλιά

5 και τα κοράκια· αυτό που ήθελε το πέτυχε ο αφέντης μας, ο Δίας.

Όλα θα τα πω, από την ώρα που ήρθαν στα χέρια και αρπαχτήκαν

ο γιος του Ατρέα, ο αρχινταβάς, και το τσαμπούκι ο Αχιλλεύς.

Ποιος από τους θεούς αρχίνισε πρώτος τη φαγωμάρα;

Ο Απόλλωνας! Αυτός τσαντίστηκε πολύ με τον αρχηγό μας,

10 άσχημα μας στρίμωξε, πήγε να μας λιανίσει

γιατί τον Χρύση πρόσβαλε, το κολλητό τσιράκι.

Ο Χρύσης λοιπόν ένα πρωί φτάνει στο λημέρι

χρυσάφι φέρνοντας πολύ τη κόρη του να πάρει,

βαστώντας μες τα χέρια του σημάδια του ικέτη·

15 χρυσό μπαστούνι κράταγε, όλους παρακαλούσε,

μα πιο πολύ τους αρχηγούς, τα τέκνα του Ατρέα:

“Αφεντικά των Αχαιών κι όλοι εσείς με τις γερές αρβύλες,

μακάρι οι θεοί που μένουνε στο πιο ψηλό το κάστρο

να δώσουνε να κάνετε λαμπόγυαλα τη πόλη του Πριάμου·

20 τη κόρη μου τη Χρύσα δώστε μου κι εκείνον σεβαστείτε

γιατί έχει όπλα ανώτερα και πάντα πετυχαίνει.”

Όλοι σχεδόν οι Αχαιοί συμφώνησαν και είπαν

να σεβαστούν τον γέροντα, να πάρουν το χρυσάφι·

όμως αυτό δεν άρεσε πολύ σ’ αυτόν π’ αποφασίζει·

25 άσχημα του την έπεσε, βαριά τον κατσαδιάζει:

“Κοπάνα την, παλιόγερε, χάσου από μπροστά μου,

μη σε πετύχω πουθενά τριγύρω απ’ τα καράβια·

τα μπιχλιμπίδια που κρατάς στ’ αρχίδια μου τα γράφω·

δε σου τη δίνω τη κόρη σου, σπίτι μου θα γεράσει,

30 απ’ το χωριό της μακριά, πέρα εκεί στο Άργος,

πότε μπροστά στον αργαλειό και ποτέ στο κρεβάτι.

Κοπάνα την, παλιόγερε, και μη μου σπας τ’ αρχίδια.”

Continue reading