φίλες και φίλοι, καλό σας βράδυ
ΕΝΤΕΚΑ και πέντε. Έστριψα ένα γαράκι – φύλλα, τρίμματα και πασπάλια έχουν μείνει – και λέω να γράψω. Έρχονται αύριο φίλοι, ένας από Αθήνα και τρεις από Θεσσαλονίκη. Έβγαλα από την κατάψυξη μισό κατσικάκι και μισό κόκκορα, θα τα κάνω με βότανα στη γάστρα, στο φούρνο. Σε λίγο θα αναπιάσω το προζύμι, θα το κάνω περισσότερο, αύριο στις πέντε το πρωί θα ζυμώσω. Τώρα περιμένω να κατέβει το γάλα στους 35 για να ρίξω τη τυρομαγιά, σε μια ώρα θα πήξει, θα το κόψω και θα το βάλω στις τσαντίλες να στραγγίξει. Φίλος τσομπάνης μας φέρνει μια μέρα είκοσι λίτρα αγελαδινό και κατσικίσιο γάλα, μια μέρα δώδεκα λίτρα κατσικίσιο, φτιάχνουμε εμείς το τυρί και το μοιραζόμαστε.
ΑΥΡΙΟ έχουμε γλέντι. Θα φάμε, θα πιούμε, θα θυμηθούμε ιστορίες, η ζωή είναι ό,τι θυμάται κανείς, θα συζητήσουμε, θα διαφωνήσουμε, θα συγκρουστούμε, θα σκεφτούμε, θα γελάσουμε, θα κάνουμε πλάκα. Θα γίνουμε, θα είμαστε μαθητές, δάσκαλοι, θεράποντες και καλλιτέχνες της σύγκρουσης, αυτής της έξοχης τέχνης του ξεκαθαρίσματος: ή θα χωρίσουμε ή η επικοινωνία μας, η συμβίωση και η συνεργασία μας, θα ανέβουν σε ένα ανώτερο επίπεδο, δηλαδή θα είμαστε πιο ειλικρινείς μεταξύ μας, δηλαδή πιο άνετοι – το λέω με τη βεβαιότητα ότι και η ειλικρίνεια και η άνεση σας ενδιαφέρει. Δεν υπήρξε, δεν υπάρχει δεν θα υπάρξει κοινωνία χωρίς διεκδίκηση, με την ανθρωπολογική σημασία του όρου, και χωρίς σύγκρουση. Αυτό στις προκυριαρχικές κοινωνίες – υπήρξαν μη κυριαρχικές κοινωνίες. Στις κυριαρχικές, εκτός από τη μεταξύ των ανθρώπων και ομάδων σύγκρουση, υπάρχει και άλλη μία, μετεξέλιξη της ανθρωπολογικής: ο κοινωνικός πόλεμος μεταξύ του Κυρίου και των Υποτελών, ο οποίος, αν και ελάχιστες φορές εμφανίζεται στην καθαρή του μορφή, είναι καθημερινός αλλά νοθευμένος, διαστρεβλωμένος, παραμορφωμένος.