in νόστιμον ήμαρ

γιου γουόντ θουπ;

Τα ξωκλήσια και τα νεκροταφεία, με ή χωρίς εκκλησάκι,  ήταν τα ψιλικατζίδικα του περιπλανώμενου. Ανοιχτά μέρα νύχτα, εκτός από χρήματα, μπορούσαμε να βρούμε λάδι, αναπτήρες, σπίρτα, σκόνη για πλύσιμο, πετσέτες, κεριά. Χρειαζούμενα πράγματα. Σε κάθε τάφο, δίπλα στη φωτογραφία, υπήρχε ένα μπουκάλι λάδι, άλλοτε μικρό, άλλοτε μεγάλο. Τα επισκεπτόμασταν αργά τα νεκροταφεία, μεσάνυχτα, όταν τα καντήλια είχαν σβήσει. Εάν είχε φεγγάρι, ψάχναμε χωρίς φακό. Τάφο τον τάφο γέμιζε το μεγάλο το μπουκάλι μας. Να βουτάς ξερό ψωμί σε λάδι με αλάτι, αν υπήρχε λεμόνι και λίγο λεμονάκι, και μετά, για επιδόρπιο, ζάχαρη πάνω σε λαδωμένη φέτα ψωμιού, μμμμμμ, μούρλια!.  Έχω πάρει λάδι – άλλο παίρνω, άλλο κλέβω – από πολλούς τάφους, ένας όμως από αυτούς θα μου μείνει αξέχαστος.

Φτάσαμε με τη Τζένη στη Μαγούλα της Σπάρτης, στο δρόμο για την Καλαμάτα, μέσα Γενάρη, το ΄86 ήταν. Το μάζεμα των πορτοκαλιών δεν είχε αρχίσει ακόμα. Έκανε πολύ κρύο. Κατουρούσες παγάκια. Βρήκαμε ένα άδειο σπίτι, το ανοίξαμε και βολευτήκαμε. Οι αγρότες δεν τα είχαν βρει με τους εμπόρους και περιμέναμε. Τη βγάζαμε σε ένα καφενείο. Πάντα είχαμε καβάντζα κάποια φράγκα, για τις δύσκολες μέρες. Το καφενείο το δούλευε μια χήρα, Ουρανία την έλεγαν, καλή, πολύ καλή. Ζεσταινόμασταν, μαγείρευε και τρώγαμε, νόστιμα και φτηνά. Εκεί, ένα βράδυ, γνώρισα έναν τύπο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Εκεί που πίναμε κρασάκι, παίρνει ένα κομμάτι χαρτί κι ένα στυλό, και γράφει κάτι. Το διπλώνει και μου λέει: εδώ είναι γραμμένες οι απαντήσεις σε δυο προσωπικές ερωτήσεις που θα σου κάνω. Χαμογέλασα. Θέλω όμως να μου απαντήσεις γρήγορα. Εντάξει του λέω. Πες μου ένα χρώμα. Κόκκινο, του λέω. Πες σου έναν αριθμό μέχρι το δέκα. Τρία, του λέω. Ανοίγει το χαρτί και διαβάζω, κόκκινο και τρία. Χρόνια ολόκληρα έσπαγα το κεφάλι μου να λύσω το μυστήριο, μου αρέσει πολύ να μου δίνουν δουλειά για το σπίτι. Πως ήξερε ότι θα επιλέξω το κόκκινο, που ήξερε ότι θα προτιμήσω το τρία; Και το έλυσα. Μετά από πολλά, πολλά χρόνια. Δεν επέλεξα το κόκκινο, δεν προτίμησα το τρία. Όλοι οι άνθρωποι πάνω στον πλανήτη εάν απαντήσουν γρήγορα, το κόκκινο και το τρία θα πουν. Γιατί όμως κόκκινο και τρία;

Γιατί το κόκκινο; Γιατί όχι το μπλε; Το ερώτημα αυτό μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: τα χρώματα εμφανίστηκαν με την ίδια σειρά σε όλες τις κοινωνίες ή κάθε κοινωνία έχει τα δικά της χρώματα; Υπήρξαν κοινωνίες που οι γλώσσες τους διέθεταν ένα χρωματικό όρο; Όχι! Από τη στιγμή που υπάρχει νύχτα και μέρα, φως καιν σκοτάδι, δεν μπορεί να υπήρξε κοινωνία που να χρησιμοποιεί μόνο ένα χρώμα. Με δυο χρώματα, ναι, μπορεί να υπήρξαν, και όντως υπήρξαν. Δυσκολευόμαστε να το πιστέψουμε αλλά έτσι είναι! Φωτεινό, λευκό και σκούρο, σκοτεινό, μαύρο. Εάν μια κοινωνία χρησιμοποιεί τρία χρώματα, ποιο θα είναι το τρίτο; Υπήρξαν κοινωνίες τριών χρωμάτων. Σε όλες, το τρίτο χρώμα, εάν θεωρήσουμε το λευκό και το μαύρο χρώματα, ήταν το κόκκινο. Εάν μια κοινωνία έχει τέσσερα χρώματα, το τέταρτο θα είναι ή κίτρινο ή πράσινο, όχι όμως και τα δύο. Το πέμπτο είναι το γαλάζιο, έκτο το καφέ. Τα χρώματα λοιπόν εμφανίστηκαν με την ίδια σειρά σε όλες τις κοινωνίες. Στην πραγματικότητα όμως, το πρώτο χρώμα είναι το κόκκινο. Το αίμα, ο φόνος του ζώου ή του άνθρωπου, η ζωή, η επιβίωση, ο θάνατος. Υπάρχει μια ελάχιστη αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση.

Και το τρία; Το τρία είναι ο πρώτος αριθμός. Το ένα και το δύο δεν είναι αριθμοί. Το ένα είναι ο μοναχικός άνθρωπος, ο Θεός, ο μαλάκας, η νίκη, η πρωτιά, η διάκριση, ο ήρωας, ο πρωταθλητής, ο δυτικός πολιτισμός, η καταστροφή, η μεταφυσική, η διαστροφή· το δύο είναι το ζευγάρι, μεταξύ του ενός και του τρία, που τείνει μάλλον προς το τρία, εκτός εάν ένας από τους δύο τεμαχίσει τον άλλον σε κομμάτια, τον βάλει στην κατάψυξη και τον τρώει όποτε πεινάσει. Ενδέχεται όντως να προερχόμαστε από ένα ζευγάρι, παρά τρίχα δεν εξαφανιστήκαμε. Το ένα και το δύο δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς το τρία, την ομάδα. Το τρία είναι ο αριθμός της συμβίωσης, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της δημιουργικής σύγκρουσης, της ισότητας, της ελευθερίας, της κοινοχρησίας, της κοινοκτησίας. Δεν μπορούμε, ως κοινωνικά όντα, να μην επιλέξουμε το τρία, την ελάχιστη ομάδα.

Ας γυρίσουμε όμως στο καφενείο της Ουρανίας. Μετά από καμιά βδομάδα, έφτασε ένα ζευγάρι Ιταλών, γύρω στα είκοσι πέντε. Ήρθαν στο σπίτι. Μετά, δυο Άγγλοι, ένας Ιρλανδός, δυο Πατρινοί, δυο Γάλλοι, ο ένας μαύρος, και οι δυο με ράστα μαλλιά, ψηλοί κι αδύνατοι. Σε λίγες μέρες, το σπίτι είχε γίνει κοινόβιο. Οι Γάλλοι πήγαιναν με τα πόδια στην Ινδία, είχαν ξεκινήσει από το Παρίσι.  Έφτασαν στο σπίτι πολύ αργά, κάποιος από το καφενείο θα τους έστειλε. Σηκώθηκα κι άνοιξα τη πόρτα. Ασφαλώς και μπορείτε να μείνετε, όσο θέλετε, το σπίτι δεν είναι δικό μου. Ήταν κουρασμένοι, είδα τη χαρά στα μάτια τους. Τη χαρά που σε κάνει να χαίρεσαι, τη χαρά που σε ξεκουράζει. Το πρωί, ξημέρωνε, σηκώθηκα να κατουρήσω, βγαίνω έξω, έκανε ψόφο,  και τι να δω! Γυμνοί οι δυο Γάλλοι, ο ένας κρατούσε το λάστιχο και ο άλλος πλενόταν. Πήρα δουλειά για το σπίτι. Κουκουλώθηκα με το σλίπιγκ μπαγκ και τις κουβέρτες, με πήρε για λίγο ο ύπνος, όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα από πάνω μου ένα τύπο με ένα βαθύ πιάτο που άχνιζε. Γιου γουόντ θουπ; με ρώτησε ευγενικά, με τρυφερότητα. Αν θέλω, λέει! Αγριόχορτα από τον κήπο, ρυζάκι, φλούδα πορτοκάλι, δυόσμο, λαδάκι. Το επόμενο πρωί δεν με ρώτησε. Για μέρες πολλές, ξύπναγα κι έβρισκα τη σούπα ζεστή, πάντα διαφορετική, πάντα νόστιμη. Όλοι και όλες. Τρώγαμε τη σούπα μας και πηγαίναμε στη δουλειά. Ένα πρωί, η σούπα δεν είχε λάδι. Μου είπαν ότι τελείωσε. Το βράδυ πήρα δυο μπουκάλια και πήγα στο νεκροταφείο. Πήγα στο τάφο που είχε πάντα πολύ και καλό λάδι. Εγώ το άδειαζα, όταν ξαναπήγαινα ήταν γεμάτο.

Έτσι περνούσαν οι μέρες μας στη Μαγούλα της Σπάρτης. Ένα βράδυ, έβρεχε, δεν θα πηγαίναμε στη δουλειά, το ρίξαμε έξω. Η Ουρανία είχε μαγειρέψει φασολάδα, τη γεύση της ακόμα την έχω στο στόμα μου, είχε κι ένα κρασί, ένα κρασί! Εκεί που πίναμε και τρώγαμε, μου κάνει νόημα η Ουρανία. Πάω κοντά της. Θανάση, με ρωτάει, ξέρεις εγγλέζικα; Συνεννοούμαι, της λέω. Θανάση, σε παρακαλώ, πες στους ξένους να μην πηγαίνουν στο τάφο του άντρα μου και παίρνουν το λάδι, σε παρακαλώ! Την κοίταξα στα μάτια. Κυρά Ουρανία, της λέω, δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Σε ευχαριστώ, παιδί μου, μου είπε.

Write a Comment

Comment