in θεωρία επανάστασης, κοινωνία της αεργίας, κοινωνικός πόλεμος

κοινωνική αιχμαλωσία: η επιβολή της παθητικότητας ως προληπτική καταστολή και ως προληπτική αντεπανάσταση

το μουνί καράβι σέρνει

(νεοελληνική παροιμία)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΤΗ  χρονιά που μας πέρασε εκπληρώθηκε μια ακόμα επιθυμία μου : να ζω εφτά-οχτώ μήνες στο χωριό, στη φύση, και  τέσσερις-πέντε στην πόλη. Φίλη, συμφοιτήτριά μου στη Φιλοσοφική, το 1978, με παραχώρησε ένα δωμάτιο στηνΑθήνα, στη Νέα Ελβετία, κι έτσι αποφεύγω (όλα εδώ πληρώνονται, και τα κακά και τα καλά) τη μία από τις δύο κατάρες,  ένα από τα χειρότερα δεινά –  το ενοίκιο. (Η άλλη κατάρα είναι το επάγγελμα   –  Παναγία φυλάξοι!). Θα μπορούσα να ζήσω μόνο στο χωριό αλλά μόνο στην πόλη, όχι, αυτό δεν θα μπορούσα να το κάνω. Το έκανα πολλά χρόνια και ήμουν πολύ δυστυχισμένος. Θα σας πω γιατί. Έχω τρεις πολύ κακές συνήθειες, πάρα πολύ κακές –  εύχομαι να μην τις αποκτήσετε ποτέ, θα δυστυχήσετε. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να παίρνω ένα μέρος της τροφής μου από τη φύση –  το κυνήγι και το ψάρεμα με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Είμαι τροφοσυλλέκτης. Την τροφή που τρώω, την περισσότερη, θέλω να την καλλιεργώ εγώ ο ίδιος: φρούτα, λαχανικά,  όσπρια, πατάτες. –  είμαι κηπουρός γεωργός. Και η τρίτη: το χειμώνα θέλω να καίω τα ξύλα που έκοψα εγώ ο ίδιος στο δάσος, τα έφερα στο σπίτι, τα τεμάχισα και τα αποθήκευσα. Τώρα που γράφω η ξυλόσομπα καίει, ακούω τα ξύλα να καίγονται –  τι καλή παρέα!

ΑΥΤΗ είναι η επιβίωση. Υπάρχει όμως και η ζωή και η ζωή είναι στις πόλεις: η σκέψη, η έρευνα, η αναζήτηση, η συζήτηση και η καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία. Η πόλη είναι ένα δίκτυο τόπων συνάντησης, γνωριμίας, έφρασης,  να δεις και να σε δούνε, να γνωρίσεις και να σε γνωρίσουνε, να ακούσεις και να σε ακούσουνε. Θέατρα και βιβλιοθήκες (και βιβλιοπωλεία) δεν υπάρχουν στα χωριά, μόνο στις πόλεις. Στις πόλεις ακούς πολλές γλώσσες, γεύεσαι πολλές κουζίνες, πίνεις στα μπαράκια –  σκυλάδικα και κωλόμπαρα είχαν και τα χωριά κάποτε. Αυτή είναι η μία πλευρά της πόλης  –  η πόλη ως χώρος συνάντησης και ελεύθερης δημιουργίας και έκφρασης, σκέψης και αναζήτησης. Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά –  την ξέρω πολύ καλά.

Η πόλη ως χώρος ελευθερίας είναι για λίγους και για λίγες, για ελάχιστους. Η πλειονότητα εργάζεται και κοιμάται. Μια μειονότητα της πλειονότητας έχει τη δυνατότητα  να πάει στο θέατρο, να πάει κάνα ταξίδι να ξεσκάσει, να φάει σε καλό εστιατόριο –  αυτά. Η πλειονότητα της πλειονότητας όμως, κάπου το 70% των πόλεων μόνο εργάζεται, βλέπει σειρές και ταινίες, και κοιμάται. Δεν κάνει, δεν θέλει, δεν μπορεί, δεν έχει τις ικανότητες να κάνει κάτι άλλο. Δεν ζει στη φύση και δεν ζει με άλλους και άλλες –  οι άλλοι και οι άλλες είναι οι ήρωες των ταινιών και των σειρών. Και τι γίνεται, φίλες και φίλοι, όταν δεν ζούμε στη φύση και, αν και ζούμε στις πόλεις, δεν ζούμε με άλλους και άλλες;

ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΜΕ –  σωματικά και ψυχικά και ψυχοσωματικά. Το σώμα μας φτιάχτηκε στη φύση και ο εγκέφαλος μας από την ενεργητική καθημερινή αλληλεπίδραση μεταξύ δεκάδων ανθρώπων. Αλλιώς λειτουργεί ο εγκέφαλος όταν είμαστε μόνοι μας, αλλιώς, καλύτερα,  όταν είσαι με άλλους τρεις κι αλλιώς, πολύ καλύερα όταν είσαι με άλλους δέκα! Οι πολιτισμικές επιδημίες (καρκίνος, καρδιακά, εγκεφαλικά) και τα αυτοάνοσα θερίζουν. Οι πόλεις από χώροι ελευθερίας έχουν γίνει χώροι κοινωνικής αιχμαλωσίας, ένδειας και οικιακού εγκλεισμού. Και τείνουν να γίνουν, έχουν γίνει ήδη,  χώροι θανάτου, χώροι εξόντωσης. Είναι στρατόπεδα εγκλεισμού και εξόντωσης στην εποχή της συρρίκνωσης του καπιταλισμού, της επιταχυνόμενης αντικατάστασης των εργαζομένων από αυτόματες μηχανές και ρομπότ. Μόνο που στις εισόδους των πόλεων δεν μπορεί να γραφεί με μεγάλα, φωτεινά γράμματα το “έργον δ’  ουδέν όνειδος, αεργίη τ΄όνειδος” (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 309) ούτε το “ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω” (Παύλος, Β’ Θεσ. 3-10) ούτε το  “Arbeit macht frei” ναζιστικού στρατοπέδου εξόντωσης. Θα πρέπει να γραφεί αυτό: Lasciate ogne speranza, voi ch’ intrate –  αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε στη κόλαση της πόλης. Ναι, την εποχή του νέφους, δεκαετίες 1970-1980, λέγανε στην Αθήνα, “γέμισε η Κόλαση, στέλνουν κι εδώ τώρα”. Ναι, οι πόλεις για την πλειονότητα του πληθυσμού έχει γίνει κόλαση, στρατόπεδο εξόντωσης. Τον εξοντώνουν με τον αέρα, με το νερό, με την τροφή, με τα φάρμακα, με την μοναξιά, και με την εργασία και με την αεργία. Εξόντωση με όλες τις ανέσεις! Δεν θα υποφέρετε, δεν θα εξαθλιωθείτε, όχι, δεν θα σας βασανίσουμε, θα σας ταΐζουμε, θα σας παράσχουμε τα αναγκαία βασικά και θα σας εξοντώσουμε χωρίς να σας λείπει τίποτα, χωρίς να το καταλάβετε. Θα περνάτε καλά βλέποντας μια καθηλωτική σειρά αλλά θα περνάτε καλά ως νεκροζώντανοι, ως μελλοθάνατοι. Ολοένα και μικρότερης ηλικίας άντρες και γυναίκες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν από τις πολιτισμικές επιδημίες και τα αυτοάνοσα –  κι αυτά μορφές πολιτισμικής επιδημίας είναι!

ΜΠΟΡΟΥΜΕ να κάνουμε κάτι; Δε μπορούμε! Τι να κάνουμε; Να φύγουμε από τις πόλεις και που να πάμε. Η παθητικότητα έχει γίνει δεύτερη φύση μας. Έχει αποικίσει το σώμα μας –  Η παραγωγή της παθητικότητας δεν έχει προσεχθεί και δεν έχει ερευνηθεί και μελετηθεί  –  επιτυγχάνεται μέσω των ανέσεων και των ευκολιών. Να μαγειρέψω; μαλάκας είμαι; Θα παραγγείλω. Να κόψω το μαρούλι, να κάνω σαλάτα; Μαλάκας είμαι; Θα την πάρω έτοιμη, καθαρισμένη, πλυμένη, λίγο αλάτι θα βάλω και λίγο λαδάκι, κομπλέ, όλα κομπλέ. Θα μετακινείσαι ακίνητος –  αυτοκίνητο, λεωφορείο, μετρό, ασανσέρ, κυλιόμενες σκάλες. Δεν πληκτρολογείς στο τηλέφωνο –  κούρασηηηηη, πολλή κούραση, εξαντλητική εργασία –  του μιλάς του κινητού σου, σε λίγο θα μιλάς μόνο στο  κινητό σου,  είμαστε ηδη κινητάνθρωποι. Ηλεκτρική οδοντόβουρτσα –  με μπαταρία λιθίου.

ΑΠΟ τη μια καταναγκασμός (και εργασία και αεργία), και από την άλλη παθητικότητα. Ολιγοήμερν απόδραση από την εργασία, να γεμίσουν οι μπαταρίες, και ξανά επιστροφή στην παθητικότητα. Δεν καταφεύγουν πια στη βίαιη καταστολή ούτε στην πειθώ ούτε στην ιδεολογία –  η παθητικότητα είναι ο καλύτερος, ο αποτελεσματικότερος τρόπος απόσπασης της αφοσίωσης των υποτελών υπηκόων. Η παθητικότητα είναι η σύχγρονη μορφή της προληπτικής καταστολής, της προληπτικής αντεπανάστασης. Η παθητικότητα είναι η σύγχρονη μορφή της κοινωνικής αιχμαλωσίας, είναι η έκφραση της ήττας των υποτελών και της νίκης των Κυρίων μας στον εμμενή κοινωνικό πόλεμο.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ να αντιμετωπίσουμε και να άρουμε, να εξοβελίσουμε την παθητικότητα; Ναι, μπορούμε, είμαι βέβαιος. Αλλά πρέπει να την αναγνωρίσουμε πρώτα, να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους παράγεται και επιβάλλεται, να εξετάσουμε γιατί μας έλκει και μας ελκύει, γιατί ενώ είναι ηδονική και ευχάριστη μας καταστέλλει, μας αταστρέφει και μας εξοντώνει. Και να εξετάσουμε γιατί η ενεργητικότητα μας διατηρεί γερούς και δυνατούς, γιατί είναι κοινωνική και επαναστατική δύναμη, γιατί την απεχθάνονται και την φοβούνται οι Κύριοι ημών. Μεταξύ των πολλών που θα μάθουμε και θα συνειδητοποιήσουμε είναι ότι στη φύση και στην κοινωνία δεν υπάρχε παθητικότητα, υπάρχει μια συνεχής αλλαγή, μεταβολή, ροή ενέργειας και ύλης, αυτοποίηση, οργάνωση και αναδιοργάνωση, τάξη και χάος και  αταξία, σταθερότητα και αστάθεια, βεβαιότητα και αβεβαιότητα. Το τουρλωμένο καβλωμένο θηλαστικό είναι παθητικό; Δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενεργητική δύναμη –  το μουνί καράβι σέρνει!

ΔΕΙΤΕ έναν κοσμό δέντρου που σαπίζει στο δάσος. Πιθανόν να βλέπετε παθητικότητα. Ξέρετε τη ενεργητικότητα υπάρχει στη διαδικασία της σήψης; Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι γίνεται εκεί μέσα στον κοσμό που σαπίζει, πόση και τι ζωή υπάρχει –  είναι ασύλληπτο. Βλέπετε αυτή την σκουριασμένη τσάπα; Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει εκτεθειμένη στο νερό και στον αέρα –  θα σκουριάσει και θα χαθεί.Ξέρετε τι γίνεται κατά τη διαδικασία της οξείδωσης του σιδήρου; Δεν μπορούμενα φανταστούμε. Πόση ενεργητικότητα υπάρχει ακόμα και στην ύλη, στον άβιο και άψυχο κόσμο. Νομίζουμε ότι η ύλη είναι παθητική και υπάκουη και αδρανής!

ΤΡΟΜΑΡΑ μας!

ΑΥΡΙΟ θα γράψω για τον προσωπικό, ομαδικό και κοινωνικό πειραματισμό.

Write a Comment

Comment