φίλες και φίλοι, καλό σας βράδυ
ΤΑ τελευταία χρόνια διαβάζω κάποιους συγγραφείς τους οποίους οι μαρξιστές περιφρονούν και αδιαφορούν για αυτά που έχουν σκεφτεί και γράψει. Τρεις από αυτούς έχουν κερδίσει την προσοχή μου: Τοκβίλ, Μπερξόν, Σπένγκλερ. Τελειώνω αυτές τις μέρες τον δεύτερο τόμο της Παρακμής της Δύσης, του Σπένγκλερ, σε έξοχη, απολαυστική μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου (εκδ. Τυπωθήτω) και μόλις τον τελειώσω θα αρχίσω να το διαβάζω για δεύτερη φορά – τόσο σημαντικό έργο είναι! Μάλλον θα χρειαστεί και τρίτη. Ναι, είμαι διεστραμμένος αναγνώστης, το γνωρίζω. Και βέβαια, θα ρωτήσετε, τι ενδιαφέρον βρίσκω σε αυτούς τους συντηρητικούς, τουλάχιστον, συγγραφείς. Ο Σπένγκλερ είχε συναντηθεί μία φορά με τον Χίτλερ, δεν τα βρήκαν φαίνεται και τελικά του καίγανε οι ναζιστές τα βιβλία!
ΘΑ σας απαντήσω ευθύς αμέσως – ως μαρξιστής. Οι συγγραφείς αυτοί, υπάρχουν κι άλλοι πολλοί, έχουν σκεφτεί πολλά ζητήματα, έχουν διατυπώσει πάρα πολλά ερωτήματα, έχουν φέρει στο προσκήνιο θέματα τα οποία ο Μαρξ και οι μαρξιστές, του παρελθόντος και του παρόντος, δεν έφεραν, δεν μπόρεσαν να σκεφτούν, δεν διανοήθηκαν να διατυπώσουν ερωτήματα. Το δράμα αυτών των συγγραφέων είναι ότι έδωσαν λάθος απαντήσεις σε έξοχα ερωτήματα. Ομιλώ ως μαρξιστής, το ξανατονίζω – όποιος και όποια ενοχλείται, λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα απολύτως γι΄ αυτήν την ενόχληση. Θεωρώ ότι με τη μελέτη αυτών των συγγραφέων εμπλουτίζεται ο μαρξισμός, όπως εμπλουτίστηκε με τη σκέψη πολλών αναρχικών και μετααναρχικών συγγραφέων – πόσο άργησαν να αντιληφθούν την αξία του Φουκό οι μαρξιστές! Διότι, θεωρώ, ότι σε αυτά όλα τα ζητήματα που σκέφτηκαν οι συγγραφείς αυτοί, αλλά όχι ο Μαρξ και οι μαρξιστές, οι τελευταίοι δίνουν πιο σωστές απαντήσεις. Μια μαρξιστική ανάγνωση και προσέγγιση των Τοκβίλ, Μπερξόν και Σπένγκλερ, για να περιοριστώ σε αυτούς, θα απέδιδε γευστικότατους και νοστιμότατους και θρεπτικότατους καρπούς. Ας γίνει στο μέλλον κι ας μη ζήσω να τους απολαύσω – να γιατί θα ήθελα να ήμουν αθάνατος: για να διαβάζω! Θα πεθάνω άραγε, σαν τον Πετράρχη, με ένα βιβλίο αγκαλιά;
Ο Σπένγκλερ παρατηρεί ότι δεν έχουμε μελετήσει τις περιπτώσεις εκείνες που δυο πολιτισμοί, δύο κοινωνίες συναντώνται, κυρίως μετά από κατάκτηση. Για τον μαρξισμό αυτό το ζήτημα δεν υπάρχει. Υπάρχει μια μαρξιστική μελέτη για την σπαρτιατική κοινωνία; Ήταν μία κοινωνία ή δύο; Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ερώτημα, για ιστορικό γρίφο θα έλεγα. Όποια απάντηση κι αν δώσουμε, οι ενστάσεις που θα διατυπωθούν και εύλογες θα είναι και πολλές. Εκτός εάν αφήσουμε στην άκρη τον όρο κοινωνία και καταφύγουμε στον όρο κοινωνικός σχηματισμός. Θεραπεύει κάποιες αδυναμίες αλλά ούτε αυτή είναι λύση.
Η σπαρτιάτικη κοινωνία αποτελείται από δύο κοινωνίες, εκ των οποίων η μία εξαρτάται από την άλλη. Ποια είναι η εξαρτώμενη; Η κυρίαρχη! Οι νικητές, οι κατακτητές με την δική της δομή και διαστρωμάτωση, κοινωνική διαφοροποίηση ήταν οι εξαρτώμενοι – το μόνο που γνώριζαν να κάνουν ήταν να πολεμούν. Η ζωή τους όλη ήταν ένας διαρκής πόλεμος. Θα μπορούσαμε να την πούμε πολεμική κοινωνία; Την κοινωνία των νικητών, ναι· όχι όμως και τις δύο κοινωνίες θεωρούμενες ως μία!
ΕΙΝΑΙ παντελώς αδύνατον, φίλες και φίλοι, να υπάρξει μια πολεμική κοινωνία αφ΄εαυτής. Πολεμική κοινωνία είναι η κοινωνία που δεν παράγει τον πλούτο που χρειάζεται για να αναπαραχθεί αλλά τον αρπάζει από άλλη ή άλλες. Η μοναδική εργασία αυτής της κοινωνίας είναι ο πόλεμος. Δεν υπάρχει η παραμικρότερη αμφιβολία ότι υπήρξαν πολεμικές κοινωνίες. Γιατί όμως μία πολεμική κοινωνία δεν παράγει τον πλούτο που χρειάζεται για να αναπαραχθεί ; Τον παρήγαγε και για κάποιους λόγους έπαυσε να το κάνει; Ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι, γιατί να παύσει να παράγει τον πλούτο που χρειάζεται για να αναπαραχθεί;
ΠΕΡΑ όμως από τις πολεμικές κοινωνίες υπήρξαν και κοινωνίες που παρήγαγαν μεν πλούτο αλλά είχαν πολλά κοινά σημεία με τις πολεμικές. Πολεμούσαν κάθε χρόνο αλλά όχι όλο το χρόνο· άρπαζαν ξένον κοινωνικό πλούτο αλλά αυτός ο πλούτος ήταν συμπληρωματικός για την αναπαραγωγή της κοινωνίας· η βασική εργασία των ανδρών ήταν ο πόλεμος αλλά όχι πάντα και όχι καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους. Γνωρίζουμε πολύ καλά δυο τέτοιες κοινωνίες: η αρχαία ελληνική και η ρωμαϊκή. Υπάρχουν κι άλλες αλλά ας περιοριστούμε σε αυτές. Η αποκλειστική δραστηριότητα των φεουδαρχών Κυρίων ήταν ο πόλεμος, κατάλοιπο μιας πολεμικής κοινωνίας του παρελθόντος!
Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν μια κοινωνία που πολεμούσε κάθε χρόνο. Διδασκόμαστε αρχαία ελληνική Ιστορία, μαθαίνουμε για πολέμους και μάχες αλλά δεν γνωρίζουμε, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι κάθε χρόνο οι άνδρες πολεμούσαν. Μπορούμε να φανταστούμε τη σημερινή νεοελληνική κοινωνία ως πολεμική κοινωνία, ως κοινωνία που θα διεξήγαγε πολέμους κάθε χρόνο με τους γείτονές της ή πιο μακρινούς εχθρούς, έστω λίγους μήνες κάθε χρόνο; Πώς θα ήταν η ζωή μας; Δεν σας φαίνεται αδιανόητο;
Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν μια πολεμική κοινωνία που ο πόλεμος είχε περιοριστεί. Και οι σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες είναι πολεμικές κοινωνίες αλλά ο πόλεμος αφενός έχει περιοριστεί ακόμα περισσότερο και αφετέρου έχει διαχυθεί στη κοινωνία και έχει εμποτίσει κάθε κοινωνική δραστηριότητα: εργαζόμαστε λες και πολεμάμε, μετακινούμαστε λες και πολεμάμε, γαμάμε λες και πολεμάμε. Είμαστε στρατιώτες με ρούχα παραλλαγής. ~Ο ανταγωνισμός είναι μεταλλαγμένος πόλεμος.
ΓΙΑΤΙ οι άνδρες πολεμούσαν κάθε χρόνο στην αρχαία Ελλάδα; Σε ένα προηγούμενο σημείωμα είχα εκθέσει το κλειδί για την κατανόηση της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας: η αρχαία ελληνική κοινωνία παρήγαγε κάθε χρόνο ένα πολύ μεγάλο αριθμό περιττών ανθρώπων, ένα πολύ μεγάλο αριθμό ακτημόνων. Μήπως αυτό το βασικό χαρακτηριστικό έχει κάποια σχέση με το γεγονός ότι οι άνδρες πολεμούσαν κάθε χρόνο;
ΦΑΙΝΕΤΑΙ πως η σχέση είναι σαφής. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που πιθανόν να σας διαφεύγει. Ενώ κάθε χρόνο πέθαιναν στους πολέμους χιλιάδες ακτήμονες και μικροκαλλεργητές, κάθε χρόνο οι δουλέμποροι εισήγαγαν και πουλούσαν χιλιάδες δούλους, πιθανότατα περισσότερους από αυτούς, τους ελεύθερους ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές, που έχαναν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών!
Δεν σας φαίνεται πολύ περίεργο;
Για να το κατανοήσουμε θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στο ζήτημα της δουλείας.
Πολύ ωραία, συμφωνώ μαζί σου, έχω και γω εντυπωσιαστεί και από τους τρείς, ειδικά τον Σπέγκλερ τον οποίο έχω διαβάσει 2 φορές, στην πραγματικα απολαυστική μετάφραση και παραλλήλως και στο γερμανικό πρωτότυπο (δεν κάνω επίδειξη νομίζω). Προσθέτω και τον Τόυνμπυ (με επιφυλάξεις). Δε ξέρω αν είμαι μαρξιστής, πάντως συμφωνώ μαζί σου. Δεν έχω εύκαιρη την παραπομπή, όμως τον Σπέγκλερ τον μελέτησε εις βάθος ο Αντόρνο (αντιπαθέστατος δι εμέ, αλλά θηρίο πως να το κάνουμε) ο οποίος μάλιστα είπε κάπως αυτοσαρκαστικά πως ο Σπέγκλερ λειτούργησε πάνω του ως λοχίας που τον έφερε σε “τάξη” (τον “ξύπνησε”) και τον πήρε πολύ στα σοβαρά. Πάντως αν θέλει κάποιος να διαβάσει κάτι εχθρικά ξύπνιο ας διαβάσει Σπέγκλερ και όχι τις παπαριές του…Καστοριάδη. Συμφωνώ απόλυτα με τις ερμηνείες που δίνεις και με την σημασία της “εσωτερικής” σχέσης κατακτητή κατακτημένου και πως η δουλεία είναι κάτι συναφές με αυτό και με την συγκρότηση του “δυτικού” παραδείγματος κυριαρχίας. Όμως πρέπει να ξετυλίξεις την δική σου ερμηνεία για να σου πω τις αντιρρήσεις μου για τον Λοχία στο επίπεδο ακριβώς της “νορδικής” του παλαβομάρας που στρεβλώνει πολλές ουσίες της μη βορειοευρωπαΊκής ιστορίας αν και με ευφάνταστο τρόπο.
Ο Καστοριάδης έχει διαβάσει Σπένγκλερ και τον αντιγράφει ασύστολα. Το θέμα είναι ότι δεν φαίνεται, δύσκολα μπορείς να το διακρίνεις. Ο Σπένγκλερ δίνει μια ιδεαλιστική, μυστικιστική λύση στο ζήτημα της αιτίας στην Ιστορία: τα ιστορικά γεγονότα δεν εξηγούνται αιτιοκρατικά. Είναι κληρονόμος μιας ιστοριογραφικής παράδοσης που δυσκολεύεται πολύ να εντοπίσει αιτίες ή εντοπίζει αντιφατικές, τις οποίες αναμειγνύει σαν να είναι ρώσικη σαλάτα: ο Γίββων (Gibbon) είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Γενικά όμως η αστική ιστοριογραφία, η βασισμένη στην κλασική παράδοση, αν και αναζητά, δυσκολεύεται να δώσει μια αιτιοκρατική ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, κοινωνικών φαινομένων, πολιτισμικών παραδόσεων. Η παράδοση που υπερέχει σε αυτό το ζήτημα είναι η μαρξιστική. Απορρίπτοντας την μαρξιστική μεθοδολογία ο Καστοριάδης ξέμεινε από μεθοδολογία και κατέληξε στον Σπένγκλερ. Από την άλλη, στη διαμάχη αρχαίων και μοντέρνων, ο Σπένγκλερ είναι και εδώ ριζοσπάστης: με την κυκλικότητα των πολιτισμών αρνείται να λάβει μέρος στην διαμάχη. Εδώ, η πονηρή αλεπού, τον Καστοριάδη εννοώ, τίθεται με την πλευρά αυτών που υποστηρίζουν την ανωτερότητα της αρχαίας παράδοσης: να πως προέκυψε η ελληνική ιδιαιτερότητα, το ελληνικό θαύμα!