φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα!
Δημοσιεύω ένα μέρος από τον μονόλογο Πηνελόπη:
Πηνελόπη
Η αυλαία κλειστή. Ακούγεται γυνακεία φωνή.
Μόλις σε είδα να έρχεσαι απο μακριά, κουρελής και ζητιάνος, ταλαίπωρος και κουρασμένος, είπα μέσα μου, αυτός είναι. Όσο πανούργος και να είσαι, το περπάτημά σου και τη κίνηση των χεριών σου δεν θα μπορούσες ποτέ να τα κρύψεις – ποτέ! Κι όταν με πλησίασες, δεν είχα πια την παραμικρή αμφιβολία. Είδα τα μάτια σου, το βλέμμα σου, ένιωσα την ύπαρξή σου, την ψυχή σου, την παρουσία σου. Αν νομίζεις ότι είσαι μεγαλύτερη πουτάνα από μένα, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος.
Ακούγεται θόρυβος αντικειμένων που πέφτουν. Ακούγονται βήματα άντρα που τρεκλίζει κι ένας υπόκωφος, απροσδιόριστος θόρυβος.
Ανοίγει η αυλαία. Τραπέζι με δυο καρέκλες. Ένας άντρας σφαδάζει στο πάτωμα κρατώντας την κοιλιά του. Η γυναίκα σηκώνεται από την καρέκλα και πλησιάζει τον άντρα. Στέκεται από πάνω του και τον βλέπει να σφαδάζει.
ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Θυμάσαι μια μέρα που ρώτησες την ετοιμοθάνατη γιαγιά σου, γιαγιά, πώς είναι να πεθαίνεις; Θυμάσαι τι σου είπε; Δε θυμάσαι – που να θυμάσαι! Θα σου θυμίσω εγώ τα λόγια της . Πώς είναι όταν πεινάς και θέλεις να φας ένα κομμάτι γλυκό ψωμί; Πώς είναι όταν διψάς και θες να πιεις ένα ποτήρι δροσερό νερό; Πώς είναι όταν νυστάζεις και θέλεις να κοιμηθείς γλυκά γλυκά και να ξεκουραστείς; Έτσι θέλω κι εγώ τώρα τον θάνατο. Τα θυμήθηκες; Θυμάσαι πώς πέθανε η θεία σου, η αδερφή της γιαγιάς σου; Μόλις είχαμε παντρευτεί. Μας κάλεσε στα γενέθλιά της, θυμάσαι; Ενενήντα τέσσερα. Κουβαλούσε από το βουνό ξερόκλαδα για τον φούρνο, ξεχορτάριαζε τον κήπο, έλεγε παραμύθια στα παιδιά, με τα χαμόγελο στα χείλη από το πρωί μέχρι το βράδυ, τη θυμάσαι; Θυμάσαι που καθόμουν δίπλα της; Θυμάσαι πόσο με αγαπούσε; Θυγατέρες και γιοι, γαμπροί και νύφες, εγγόνια και δισέγγονα, φωνές και γέλια, χαμός! Θυμάσαι πόσο ευτυχισμένη και χαρούμενη ήταν εκείνη τη βραδιά; Θυμάσαι που έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου κι έμεινε εκεί. Με το χαμόγελο στα χείλη! Θυμάσαι τι σου έλεγε, όταν σ΄ άκουγε να λες, εγώ δεν θα πεθάνω! Επειδή πέθαναν οι άλλοι, τι σημαίνει, ότι θα πεθάνω κι εγώ; Κι όταν το πήρες απόφαση ότι κι εσύ θα πεθάνεις, δεν πιστεύαμε στ΄